Ιούν 18

Προγεννητικός έλεγχος και λοιμώξεις στην κύηση

Προγεννητικός έλεγχος και λοιμώξεις στην κύηση
Οι περιγεννητικές λοιμώξεις, αποτελούν ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια κατά την παρακολούθηση της εγκύου γυναίκας, του εμβρύου ή νεογνού κατά την προγεννητική και περιγεννητική περίοδο, παράλληλα δε και ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα κεφάλαια, όσον αφορά την πρόληψη, την διάγνωση και την θεραπεία των λοιμώξεων αυτών, όπου αυτή είναι δυνατή.
Είναι σαφές, ότι το είδος της λοίμωξης, δηλ. αν η λοίμωξη της μητέρας είναι πρωτοπαθής ή αν είναι δευτεροπαθής -δηλ. υποτροπή-, έχει ιδιαίτερη σημασία, όσον αφορά τις πιθανότητες μετάδοσης της λοίμωξης στο έμβρυο.
H συσχέτιση μίας λοίμωξης της μητέρας με μία πάθηση του εμβρύου ή νεογνού δεν είναι πάντα ευχερής. Επί κλινικών εκδηλώσεων της μητρικής λοίμωξης η διάγνωση σ’ αυτήν είναι κατά κανόνα δεδομένη, αλλά η συσχέτιση της λοίμωξης αυτής με μία εμφανιζόμενη νεογνική πάθηση είναι πιθανότερη όταν η ίδια λοίμωξη πιστοποιηθεί και στο νεογνό.
Σε περίπτωση υποκλινικής λοίμωξης της μητέρας η διάγνωση σ’ αυτήν μπορεί να είναι μόνον ορολογική, υπάρχει δε ανάγκη ορολογικής παρακολούθησης τόσο της μητέρας κατά την διάρκεια της κύησης αλλά και του νεογνού επί μεγάλο χρονικό διάστημα για να πιστοποιηθεί η μετάδοση της λοίμωξης στο νεογνό.
Οι επιπτώσεις των συγγενών λοιμώξεων στο έμβρυο εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες όπως το είδος και την τοξικότητα του μικροοργανισμού, την ηλικία της εγκυμοσύνης, την κατάσταση του αμυντικού συστήματος της μητέρας την ωριμότητα του αμυντικού συστήματος του εμβρύου, και τέλος την θεραπεία της εγκύου1,2. Η μετάδοση της λοίμωξης μπορεί να γίνει αιματογενώς διαπλακουντιακά, ή κολπικώς με ανιούσα λοίμωξη..
Είναι γνωστό ότι η διάγνωση των συγγενών λοιμώξεων μπορεί να γίνει με προσδιορισμό των ειδικών αντισωμάτων στο αίμα ή στο αμνιακό υγρό. IgG, IgM, IgA, IgE, αντισώματα.
Άλλος τρόπος που χρησιμοποιείται σήμερα ευρέως είναι ο προσδιορισμός DΝΑ του μικροοργανισμού με την ΡCR ανάλυση από το αμνιακό υγρό ή την τροφοβλάστη του πλακούντα 3,4 και τέλος η ανεύρεση υπερηχογραφικών ευρημάτων στο έμβρυο ενδεικτικών για μία συγγενή λοίμωξη. Η ΡCR – ανάλυση είναι γρήγορη (24 – 48 ώρες) η ασφάλεια της είναι ιδι¬αίτερα υψηλή όπως και η ευαισθησία της (95% έως 98%).
Τα υπερηχογραφικά ευρήματα στις περιγεννητικές λοιμώξεις μπορεί να αφορούν πολλά όργανα. Όταν έχουμε εγκεφαλικά ευρήματα η περίπτωση θεωρείται βαριάς μορφής με κακή πρόγνωση5,6. Εκτός από τα ευρήματα στον εγκέφαλο, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ανωμαλίες στους οφθαλμούς, ο ασκίτης, η βραδύτητα της ενδομήτριας ανάπτυξης, οι καρδιόπαθειες, η υπερηχογένεια και ο ύδρωπας.
Σε κυήσεις υψηλού κινδύνου μία υπερηχογραφική εξέταση δεν μπορεί αποκλείσει μία πιθανή συγγενή λοίμωξη. Σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου για συγγενείς λοιμώξεις, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος κάθε δύο εβδομάδες.
Το ποσοστό όμως των μολυσμένων εμβρύων που θα εμφανίσουν ανωμαλίες που είναι δυνατόν να διαγνωσθούν υπερηχογραφικά παραμένει άγνωστο.
Ο εμβρυϊκός ύδρωπας, οι ανωμαλίες του εγκεφάλου και η υπερηχογέ¬νεια είναι τα πιο συχνά υπερηχογραφικά ευρήματα των συγγενών λοιμώξεων και σ’ αυτές τις περιπτώσεις συνιστάται ο έλεγχος των γυναικών για περιγεννητικές λοιμώξεις.
Η εμβρυϊκή λοίμωξη πρέπει επίσης να αποκλεισθεί σε περιπτώσεις διαπίστωσης πολλαπλών οργανικών ανωμαλιών ή πρώιμη σύμμετρη βραδύτητα της ενδομήτριας ανάπτυξης.
Η αμνιοπαρακέντηση επί πλέον είναι τεχνικά ευκολότερη με λιγότερες εμβρυϊκές απώλειες και μικρότερο κόστος.
Ο χρόνος διενέργειας της αμνιοπαρακέντησης εξαρτάται από τον χρόνο λοίμωξης της μητέρας.
Η λήψη τροφοβλάστης μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την διά¬γνωση συγγενούς λοίμωξης.
Γίνεται κατά προτίμηση μετά την δέκατη εβδομάδα, στο πρώτο τρίμηνο κι’ αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα της λήψης τροφοβλάστης.
Η ομφαλοπαρακέντηση τέλος έχει βοηθήσει σημαντικά στην διάγνωση των συγγενών λοιμώξεων ιδιαίτερα στην αρχή της δεκαετίας του 1990. Προϋποθέτει όμως ειδική εκπαίδευση για να έχουμε χαμηλά επίπεδα εμβρυϊκής απώλειας (~ 1%). Στα πάσχοντα όμως έμβρυα η εμβρυϊκή απώλεια είναι υψηλότερη. Ένα προτέρημα όμως της προγεννητικής διάγνωσης με ομφαλοπαρακέντηση είναι η δυνατότητα προσδιορισμού του αιματολογικού προφίλ του εμβρύου που βοηθά στην εκτίμηση της βαρύτητας της κατάστασης του. Αυτό βοηθά σε ορισμένες παθήσεις στην έγκαιρη αντιμετώπιση της συγγενούς λοίμωξης. Οι επεμβατικές μέθοδοι αντενδείκνυται σε περιπτώσεις ηπατίτιδας και ΑIDS.

Οι λοιμώξεις που κυρίως απασχολούν τους μαιευτήρες είναι γνωστές με το ακρωνύμιο:
TORCH ή TORCH-S
T = Toxoplasma
O = Other infectious microorganisms
R = Rubella – virus
C = Cytomegalovirus
H = Herpes -simplex- virus.
(S= Σύφιλη)
και κατά άλλους και ο Parvo virus β19

ΤΟΞΟΠΛΑΣΜΩΣΗ
– Αιτία: πρωτόζωο Toxoplasma Gondii. – Κύριος ξενιστής: Γάτα, Σκύλος.
– Η μετάδοση μπορεί να γίνει με μόλυνση από κατανάλωση μη ψημένου κρέατος, όχι καλά πλυμένων λαχανικών ή απ΄ ευθείας από τα περιττώματα των ζώων που περιέχουν ωοκύστεις του παράσιτου.
Η μετάδοση στο έμβρυο γίνεται διαπλακουντιακά. (στο στάδιο παρασιταιμίας της μητέρας)
Οξεία τοξοπλάσμωση της μητέρας σχετίζεται με αυξημένα ποσοστά εμβρυϊκής νοσηρότητας και θνησιμότητας.
Οι συνέπειες στο έμβρυο εξαρτώνται από την ηλικία της κύησης την στιγμή της λοίμωξης. Στο 1ο τρίμηνο σχετίζεται με αυξημένο ποσοστό αυτόματης αποβολής7.
Οι πιθανότητες κάθετης μετάδοσης αυξάνονται με την ηλικία κύησης την στιγμή της μητρικής λοίμωξης8:
Στο 1ο τρίμηνο: 15%
Στο 2ο τρίμηνο: 25%
Στο 3ο τρίμηνο: 60%
Τα υπερηχογραφικά ευρήματα που στηρίζουν την διάγνωση της εμβρυικής τοξοπλάσμωσης είναι τα εξής:9.,10
Διάταση κοιλιών εγκεφάλου 74%
Ενδοκρανιακές πυκνώσεις 18%
Ασκίτης 15%
Ηπατομεγαλία 12%
Ηπατικές πυκνώσεις 6%
Περικαρδιακή συλλογή 6%
Πλευριτική συλλογή 1%

Μη ειδικά υπερηχογραφικά ευρήματα που φανερώνουν εμβρυική λοίμωξη είναι ο ασκίτης, η ηπατομεγαλία, περικαρδιακή ή / πλευριτική συλλογή, ολιγάμνιο, IUGR, πάχυνση πλακούντα. Τα ευρήματα αυτά όμως αφορούν μόνο το 20% των εμβρύων με συγγενή τοξοπλάσμωση.
Η εμβρυϊκή τοξοπλάσμωση σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά με την μητρική. Το κλειδί επομένως της αποφυγής μιας εμβρυικής λοίμωξης είναι η πρόληψη της μητρικής λοίμωξης η οποία συνεπάγεται:
Βρώση καλά μαγειρεμένου κρέατος, Καλό πλύσιμο χεριών και σκευών μετά την διαχείριση ωμού κρέατος, προφύλαξη τροφών από έντομα, χρήση γαντιών και αποφυγή επαφής με υλικά, που ενδέχεται να έχουν έρθει σε επαφή με κόπρανα γάτας.
Η θεραπεία της τοξοπλάσμωσης συνιστάται στην χρήση χημειοπροφύλαξης κατά την διάρκεια της κύησης η οποία μειώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης συγγενούς λοίμωξης.
Συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση πυριμεθαδίνης- σουλφαδιαζίνης και σπιραμικίνης.
Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει μετά την 16η εβδομάδα της κύησης και να συνεχισθεί μέχρις την αποπεράτωση του τοκετού.

ΕΡΥΘΡΑ
Η πλέον επικίνδυνη λοίμωξη στην κύηση λόγω του υψηλού κινδύνου εμβρυοπαθειών που προκαλεί.
Αιτία είναι ο ιός της ερυθράς ο οποίος απαντάται πολύ συχνά εξ αιτίας της συχνής κυκλοφορίας του.
Η μετάδοση μπορεί ναι γίνει με απευθείας επαφή με σταγονίδια του αναπνευστικού συστήματος από άτομο σε άτομο11.
Μπορεί επίσης να μεταδοθεί με ουσίες που μολύνθηκαν πρόσφατα από εκκρίσεις κατά το στάδιο της ιαιμίας πριν την εκδήλωση της νόσου. Η περίοδος της μέγιστης μεταδοτικότητας είναι όταν εμφανίζεται το εξάνθημα.
Θεωρητικός κίνδυνος προσβολής πολύ μικρός για περιπτώσεις νόσησης 4 – 6 εβδομάδες πριν την σύλληψη έως 10 ημέρες μετά την σύλληψη.
Κάθετη μετάδοση γίνεται σε πρωτοπαθή λοίμωξη της εγκύου δια της κυκλοφορίας στον πλακούντα και από εκεί στην εμβρυική κυκλοφορία.
Προκαλεί βλάβη λόγω νέκρωσης των κυττάρων άμεσα και έμμεσα με αναστολή των μιτώσεων. Η πρωτοπαθής ερυθρά σχεδόν πάντα επηρεάζει το έμβρυο. Όταν η λοίμωξη συμβεί κατά την διάρκεια του πρώτου τριμήνου συνιστάται η διακοπή της κύησης.
Η συχνότητα των συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι συνήθως η κώφωση (20%- 50 %), IUGR (20% – 50 %), προωρότητα (<20%), ανωμαλίες στην διάπλαση(50% 75% ), αμφιβλιστροειδοπάθεια, καταρράκτης (25% -50%), Εγκεφαλίτιδα (20% – 50%),
Προφύλαξη: – Εμβολιασμός κατά την παιδική ηλικία. -Αποφυγή κύησης για 3 μήνες μετά τον εμβολιασμό αν δεν έγινε στην παιδική ηλικία.
Θεραπεία: -Δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη θεραπεία -Κατάκλιση – ανάπαυση – Αντιπυρετικά – Παυσίπονα.
Σε επιπλοκή εγκεφαλίτιδας: κορτικοστεροειδή και αντιβιοτική αγωγή.

ΚΥΤΤΑΡΟΜΕΓΑΛΟΙΟΣ (CMV)

Ανήκει στους επρητοΐούς.
Η συχνότητα συγγενούς λοίμωξης ποικίλει στα διάφορα μέρη του κόσμου από 0.2% – 2,2%.
Αποτελεί την πιο συχνή μικροβιακή αιτία πνευματικής καθυστέρησης και σε αντίθεση με την ερυθρά η πρωτοπαθής λοίμωξη σε ένα φυσιολογικό άτομο είναι συχνά υποκλινική.
Η μετάδοση γίνεται οριζόντια σε άτομα του περιβάλλοντος με την αναπνευστική οδό, με σεξουαλική επαφή.
Κάθετη μετάδοση γίνεται από την μητέρα στο έμβρυο διαπλακουντιακά, σε πρωτογενή λοίμωξη, ή σαν ανιούσα λοίμωξη , σςε αναζωπύρωση παλιάς λοίμωξης. Μετά από την πρωτοπαθή μητρική λοίμωξη ο κίνδυνος για εμβρυική λοίμωξη είναι περίπου 40% και ένα ποσοστό 10% από αυτές θα αναπτύξει σοβαρές νευρολογικές βλάβες.
Περιγεννητικά μπορεί αν γίνει η μετάδοση κατά τον τοκετό με εισρόφηση μολυσμένων εκκριμάτων του τραχήλου της μήτρας.
Κλινική εικόνα δεν είναι χαρακτηριστική.
Παρουσιάζεται με ασαφή πυρετική κίνηση, σπληνομεγαλία, ηπατομεγαλία, λεμφαδενίτιδα, και μια άτυπη λευκοκυττάρωση.
Διάγνωση γίνεται με έλεγχο των τίτλων αντισωμάτων IgG IgM IgE στην μητέρα.
Παρουσία αντισωμάτων στον οργανισμό της μητέρας δεν εξασφαλίζει από τον κίνδυνο περιγεννητικής μόλυνσης ή από υποτροπή της νόσου.
Το καλύτερο διαγνωστικό τεστ για την λοίμωξη από CMV είναι η καλλιέργεια ούρων.
Η διάγνωση της μετάδοσης του ιού στο έμβρυο μπορεί να γίνει κατά την 22η εβδομάδα της κύησης με την λήψη αμνιακού υγρού ή με ομφαλιδοπαρκέντση και ανίχνευση των ειδικών IgM αντισωμάτων.
Στις περιπτώσεις ενδομήτριας λοίμωξης υπερηχογραφικά μπορεί να εμφανισθεί ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης, υδροκεφαλία , μικροκεφαλία, ενδοκρανιακές επασβέστώσεις, ενώ ο πλακούντας εμφανίζεται μικρός, υδρωπικός.
Στο νεογνό που προσβλήθηκε από τον CMV παρατηρείται ψυχοσωματική καθυστέρηση (50% – 75%), απώλεια της ακοής (20% – 50%) και ελάττωση της οπτικής οξύτητας μέχρι την τύφλωση (20% περίπου).
Η πρόληψη της μητρικής λοίμωξης συνεπάγεται:
Καλό πλύσιμο χεριών και σκευών, καλή υγιεινή καθαριότητα, αποφυγή συνωστισμού σε περιόδους ιογενών λοιμώξεων.
Στην διάρκεια της κύησης και όταν υπάρχει γνωστή χρόνια λοίμωξη της εγκύου γίνεται έλεγχος IgG IgM IgE αντισωμάτων στο 3Ο τρίμηνο της κύησης για διαπίστωση πιθανής αναζωπύρωσης της λοίμωξης. Έως την 20η εβδομάδα η πιθανότητα προσβολής του εμβρύου κυμαίνεται από 25%- 50%.
Δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία για την λοίμωξη. Το Gancyclovir ειδικό κατά του CMV δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την κύηση. Η φαρμακευτική αγωγή όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την νεογνική ζωή ειδικά σε περιπτώσεις όπου εμφανίζεται νεογνική ρετινίτιδα.

ΑΠΛΟΣ ΕΡΠΗΣ (Herpes Simplex Virus HSV)

Αιτιολογικός παράγοντας είναι ο ιός του απλού έρπητα. τύπου Ι ( με εκδηλώσεις στοματο-ουλίτιδας, επιπεφυκίτιδας, φυσαλιδώδους εξανθήματος) ή τύπου ΙΙ (μετάδοση με την σεξουαλική επαφή και προσβολή των έξω γεννητικών οργάνων με φυσαλιδώδη έλκη )
Είναι άγνωστη η ακριβής συχνότητα μόλυνσης από τον έρπητα των γεννητικών οργάνων. Το ποσοστό επιμόλυνσης κυμαίνεται από 0.2% έως και 7,4% .
Η κλινική πορεία της λοίμωξης στην διάρκεια της κύησης είναι παρόμοια με αυτήν που εμφανίζεται στις μη έγκυες γυναίκες.
Η μετάδοση στο κύημα δεν είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι είναι περίπου 40% – 50% μετά την πρωτοπαθή λοίμωξη και περίπου 5% μετά την υποτροπιάζουσα λοίμωξη κατά την κύηση.
Εάν συμβεί λοίμωξη κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης αυτή συνδέεται άμεσα με αυξημένη συχνότητα αυτόματων εκτρώσεων, δυσμορφιών του εμβρύου, και σε τοκετούς θνησιγενών νεογνών.
Η μετάδοση στο έμβρυο μπορεί να γίνει από διάφορες οδούς όπως, διαπλακουντιακά, με ανιούσα μόλυνση, με επαφή με πρόσωπο που έχει ήδη μολυνθεί, 11,12.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος τόσο για την μητέρα όσο και για το έμβρυο είναι η πρωτοπαθής λοίμωξη.
Η πλέον ακριβής μέθοδος διάγνωσης του ιού θεωρείται η απομόνωση του μετά από καλλιέργεια. Η κλινική διάγνωση τίθεται από την αναγνώριση του επώδυνου κνησμώδους πρόδρομου συνδρόμου που ακολουθείται από το εξάνθημα στην αρχή βλατιδώδες και στην συνέχεια παρουσιάζονται οι φλύκταινες οι οποίες εξελκόύνται και στην συνέχεια εφελκιδοποιούνται.
Το 50% των μητέρων με πρωτοπαθή λοίμωξη από HSVθα φέρουν στον κόσμο ένα νεογνό προσβεβλημένο από τον ιό. Η θνησιμότητα αυτών των νεογνών κυμαίνεται στο 60% περίπου, ενώ τα μισά από αυτά που θα επιζήσουν παρουσιάζουν σημαντική νοσηρότητα και εμφανίζουν συνήθως μικροκεφαλία, πνευματική καθυστέρηση, σπασμούς, χοριοαμφιβλησττροειδοπάθεια, μηνιγγίτιδα, εγκεφαλίτιδα 13
Η καισαρική τομή στις μητέρες που έχουν πρωτοπαθή λοίμωξη ελάττωσε την συχνότητα εμφάνισης νεογνικής λοίμωξης από το 50% περίπου που ήταν όταν είχαμε φυσιολογικό τοκετό, σε ποσοστό μικρότερο του 4% Με βάση αυτό αλλά και όλες τις σύγχρονες απόψεις που υπάρχουν γύρω από αυτό το θέμα η καισαρική τομή θεωρείται μέθοδος εκλογής για την διενέργεια τοκετού σε γυναίκες που έχουν λοίμωξη από HSV.
Συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή για την λοίμωξη από έρπητα δεν υπάρχει. Το Acyclovir έχει χρησιμοποιηθεί σε γυναίκες μη έγκυες με καλά αποτελέσματα. Το φάρμακο αυτό όμως δεν συστήνεται κατά την διάρκεια της κύησης.
Οι μητέρες που προσεβλήθηκαν από τον ιό δεν χρειάζεται αν απομονωθούν από τα νεογνά τους αλλά πρέπει να έχουν πολύ καλή και σωστή υγιεινή των χεριών τους.
Ο θηλασμός μπορεί να επιτραπεί εφόσον δεν υπάρχουν βλάβες στο στήθος.

ΑΝΕΜΕΥΛΟΓΙΑ

Είναι συχνή νόσος της παιδικής ηλικίας, η οποία προκαλείται από τον ιο της ανεμευλογιάς – ζωστήρα.(Varicella – zoster viruw).
Η συχνότητα της νόσου στην κύηση είναι περίπου 1/2000. ο ιός είναι ιδιαίτερα μεταδοτικός σε ποσοστό που φθάνει το 90% σε άτομα που βρίσκονται σε συχνή καθημερινή βάση. Η μετάδοση γίνεται εύκολα με άμεση επαφή με το υγρό των φυσαλίδων ή με σταγονίδια του αναπνευστικού.
Η πλέον συχνή επιπλοκή της νόσου είναι η πνευμονία με ποσοστό θνησιμότητας που φθάνει το 35%. Στην διάρκεια της κύησης η γυναίκα διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο για πνευμονία.
Η μόλυνση στην αρχή της κύησης μπορεί να συσχετισθεί με διάφορες μορφολογικές ανωμαλίες του νεογνού 14.
Ενδομήτρια λοίμωξη μπορεί να προκληθεί είτε μετά από πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή λοίμωξη της μητέρας.
Ο κίνδυνος για συγγενή λοίμωξη σε μητέρες που έχουν νοσήσει στο πρώτο τρίμηνο της κύησης είναι περίπου 4%.
Οι βλάβες της συγγενούς λοίμωξης αποδίδονται στην βλάβη τω νευρικών κυττάρων. Έτσι βλάβη των οφθαλμικών μυών οδηγεί σε ατροφία οπτικού νεύρου με επακόλουθο χοριορετινίτιδα, και μικροφθαλμία. Βλάβη στα τραχηλικά και οσφυοϊερά πλέγματα προκαλεί υποπλασία των ακρών, διαταραχές στην λειτουργία του σφικτήρα της ουρήθρας, και του ορθού.
Η προγεννητική διάγνωση είναι δυνατόν να γίνει υπερηχογραφικά με την διαπίστωση ανατομικών ανωμαλιών του εμβρύου πως μικροκεφαλία, υδροκεφαλία, σκελετικές και εγκεφαλικές ανωμαλίες καθώς και ενδομήτρια βραδύτητα στην ανάπτυξη.
Δεν υπάρχει ειδική θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου. Το Αcyclovir χρησιμοποιήθηκε στην θεραπεία εγκύων γυναικών που εμφάνισαν επιπλοκές όπως εγκεφαλίτιδα, ή πνευμονία. Η υπεράνοσος σφαιρίνη κατά του ιού μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη στην πρόληψη της εξάπλωσης της νόσου στα νεογνά.
Όταν η μητέρα εμφανίσει ανεμευλογιά στο τέλος της κύησης τότε και το έμβρυο μπορεί να παρουσιάσει ανεμευλογιά μετά από διαπλακουντιακή μόλυνση 15.

ΠΑΡΒΟΙΟΣ (Parvovirus B19)

Περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1975 από τον Cossart που τον ανακάλυψε στο αίμα εθελοντών αιμοδοτών.
Ο ιός αυτός μπορεί να προκαλέσει απλαστικές αναιμίες σε ασθενείς με διάφορες αιμολυτικές νόσους.
Η μετάδοση της νόσου γίνεται με σταγονίδια μέσω του αναπνευστικού συστήματος.
Η κλινική εικόνα στα παιδιά εμφανίζεται με το λοιμώδες ερύθημα ή όπως αλλιώς όπως αποκαλείται « πέμπτη νόσος» .
Εμφανίζει επίσης μια ήπια γριπώδη συνδρομή με μικρή πυρετική κίνηση και το χαρακτηριστικό εξάνθημα του προσώπου που δίνει την εντύπωση ότι ο ασθενής έχει δεχθεί « χαστούκι στο μάγουλο»..
Στους ενήλικες το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι η αρθραλγία που επηρεάζει κυρίως τις αρθρώσεις των γονάτων και των χεριών.
Όταν η λοίμωξη συμβεί στην διάρκεια της κύησης ο κίνδυνος για εμβρυϊκή λοίμωξη είναι περίπου 30% και 10% από αυτά τα έμβρυα θα εμφανίσου ύδρωπα.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν στοιχεία αυξημένου ποσοστού συγγενών διαμαρτιών που να σχετίζονται με επιμόλυνση από τον παρβοϊό β – 19.
Όταν η μόλυνση συμβεί στο πρώτο τρίμηνο της κύησης πιθανόν να υπάρξει σε μερικές περιπτώσεις αυτόματη έκτρωση, ή γέννηση νεκρού παιδιού που θα σχετίζεται με τον εμβρυικό ύδρωπα. 16,17.18.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος απώλειας του εμβρύου υπάρχει όταν η επιμόλυνση συμβεί στο δεύτερο τρίμηνο της κύησης. Ο κίνδυνος εμβρυϊκού θανάτου μετά από μόλυνση με παρβοϊό είναι άγνωστος αλλά εκτιμάται ότι είναι κάτω του10% 18.
Η υποψία της λοίμωξης κατά την κύηση τίθεται από την εμφάνιση του εμβρυϊκού ύδρωπα κατά τον υπερηχογραφικό έλεγχο ενώ υπάρχει και ασκίτης υπό τάση.
Τα διαδοχικά υπερηχογραφήματα, κάθε εβδομάδα, αποτελούν την βάση της παρακολούθησης τέτοιων περιπτώσεων. Αναζητείται κατά τον έλεγχο ο εμβρυϊκός ύδρωπας καθώς επίσης και το οίδημα του δέρματος του κρανίου, ο ασκίτης και η περικαρδιακή συλλογή. Ο πλακούντας στις κυήσεις αυτές εμφανίζεται αυξημένος.
Η επιδείνωση της νόσου και του ύδρωπα είναι ενδείξεις για επιθετική αντιμετώπιση.
Η αντιμετώπιση της αναιμίας του εμβρύου γίνεται με ενδομήτρια μετάγγιση αίματος με ομφαλοπαρακέντηση. Η ομφαλοπαρακέντηση γίνεται για να μετρηθεί ο εμβρυϊκός αιματοκρίτης και παράλληλα πρέπει να υπάρχουν όλα τα υλικά για να εκτελεστεί άμεση μετάγγιση αίματος.
Βιβλιογραφία.

1. Foulon W. et al: Toxoplasmosis and Pregnancy. Am.J. Obstet. Gyn.: Vol.180 Nr.2, 1999.
2. Jaunieux Erich: Prenatal diagnosis of congenital infections: Ch 6 pp 60-75, 1999
3. Leslie Barton, Lax Daniela, Ziad M. Shehab, Keithe C. Jennifer: Congenital cardio¬myopathy associated with human parvovirus B19 infection. American Heart Jour¬nal. Vol 133, Number 1, January 1997.
4. Maclean Allan, Regan Lesley and Carrington David: Ch. 6, pp. 66-75, 2001.
5. Pass F. Robert. Cytomegalovirus Infection. Pediatrics in Review. Vol 23, Nr 5, May 2002
6. Sadayoshi Torigoe, Nobutada Tabata, Masao Yamada, Waka Koide, Masahiro Ito, Toshiaki lhara, Hitoshi Kamiya. Prolonged Viremia and Immune Response to Hu¬man Herpes virus 7 in an Infant with Liver Dysfunction. Pediatrics. Vol 100, Nr. 3, September 1997.
7. Gilstrop LC, Faro S. Protozoan infection. In: Gilstrop LC, Faro S. Infection in preg¬nancy, 2nd edition. New York: Wiley-Liss, 1997: 304-310.
8. Severe JL, Larsen JN, Grossman JH. Toxoplasmosis. In: Handbook of perinatal in¬fection. Boston, MA: Little Brown, 1979: 157-163.
9. Ruder et all: Infec. Dis. Obst.Gynecol. 1997: 262- 270.)
10. FDA Public Health Advisory: Limitations of Toxoplasma IgM Commercial test kits. Department of Health & Human Services. July 25, 1997.
11. HattiS RP,HalsteadSR, HerrmannKL, WitteJJ: Rubela in an immunized insland population. JAMA1973, 233:1019
12. Visintine AM, Nahmias AJ, Josey WE: Ge¬nital herpes. Perinatal Care, 1978, 2 (9): 32-41
13. Yeager AS, Ashley RL, Corey L: Transmission of herpes simplex virus from father to neonate. J Pediatr; 1983; 103(6)905-907
14. La Foret E, Lynch CL. Multiple congenital defects following maternal varicella. N Engl J Med 1947; 236: 534-7
15. Meyers JD. Congenital varicella in term in¬fants: risk considered. J Infec Dis 1974; 129:215-7.
16. MMWR. Risks associated with human par¬vovirus B 19 infection. Mortality and Morbi¬dity Weekly Reports 1989: 38, 81-97
17. Mortimer PPJ, Cohen BJ, Buckley MM, Craddock-Watson JE, Ridehalgh MKS, Burk-hard F & Schilt U. Human parvovirus and the fetus. Lancet ii, 1985: 1012
18. PHLS. Public Health Laboratory Service Working Party on fifth disease. Study of hu¬man parvovirus (B 19) infection in pregnan¬c

Leave a Comment!

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *